ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

Οκτώβριος 2016 / έκδοση (5) 

 

1. ΣΥΝΘΕΣΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

Α. Η Πρωτοβάθμια Επιτροπή αποτελείται από εκπροσώπους της ΕΔΕΕ και του ΣΔΕ. Οι εκπρόσωποι αυτοί επιλέγονται από τους παραπάνω φορείς και λίστα με τα ονόματα τους αποστέλλεται στο ΣΕΕ, προκειμένου να συγκροτούνται οι Επιτροπές. Η Επιτροπή είναι πενταμελής, βρίσκεται σε απαρτία όταν είναι παρόντα 3 τουλάχιστον μέλη της και εκπροσωπούνται και οι δύο φορείς.  

Η προεδρία της εναλλάσσεται ανά έτος μεταξύ των οριζομένων από τους δύο φορείς μελών. Η σύνθεση της για κάθε συνεδρίαση αποφασίζεται από το ΣΕΕ, αφού συνυπολογισθούν όλες οι απαραίτητες παράμετροι. 

Β. Στη συνεδρίαση παρίσταται απαραίτητα ο Γενικός Διευθυντής ή άλλο στέλεχος του ΣΕΕ που αυτός ορίζει, προκειμένου, εφόσον κριθεί αναγκαίο, να υποβοηθήσει την Επιτροπή στην τήρηση των όρων του παρόντος Κανονισμού και στην ομαλή διεξαγωγή της διαδικασίας. 

Σε περίπτωση που κριθεί απαραίτητο από το Γενικό Διευθυντή ή/και από τα μέλη της Επιτροπής, στη συνεδρίαση παρίσταται ο Νομικός Σύμβουλος του ΣΕΕ.

Επίσης, τις συνεδριάσεις μπορούν να παρακολουθούν τα νεοεισερχόμενα στην Επιτροπή μέλη, για εκπαιδευτικούς σκοπούς.

Γ. Για τη διαμόρφωση της Απόφασης, δικαίωμα ψήφου έχουν μόνο τα μέλη της Επιτροπής και κανένας άλλος από τους παρισταμένους.

 

2. ΑΣΥΜΒΙΒΑΣΤΟ

Α. Η ιδιότητα του μέλους της Επιτροπής είναι ασυμβίβαστη προς την ιδιότητα εκπροσώπου ή συνδεομένου επαγγελματικά με έναν από τους εμπλεκόμενους. Επίσης, εξαιρούνται από τη σύνθεση της Επιτροπής μέλη που συνδέονται συγγενικά (έως και σε β’ βαθμό) με έναν από τους εμπλεκόμενους.

Β. Μετά από γραπτή αίτηση μπορεί να ζητηθεί η εξαίρεση μέλους της Επιτροπής, για οποιονδήποτε από τους παραπάνω λόγους.

Τεκμηριωμένη αίτηση εξαίρεσης υποβάλλεται εντός 24ώρου από την κοινοποίηση της σύνθεσης της Επιτροπής.  Ο Γενικός Διευθυντής αποφασίζει σχετικά και η περί εξαίρεσης απόφαση κοινοποιείται στους εμπλεκόμενους, μαζί με την τυχόν νέα σύνθεση της και με τον προσδιορισμό τυχόν νέας ημερομηνίας συνεδρίασης, αυθημερόν ή εντός της επόμενης ημέρας από την υποβολή της αίτησης εξαίρεσης.

 

3. ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΕΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

Η Επιτροπή επιλαμβάνεται και κρίνει:

α. αιτήσεις ελέγχου που απευθύνονται σ’ αυτήν,

β. αιτήσεις ελέγχου που παραπέμπει σ’ αυτήν ο Γενικός Διευθυντής του ΣΕΕ, στο πλαίσιο της άσκησης αυτεπάγγελτου ελέγχου,

γ. αιτήσεις προελέγχου και γνωμοδότησης επί αδημοσίευτου ακόμη επικοινωνιακού υλικού, που οικιοθελώς υποβάλλονται σ’ αυτήν,

δ. τροποποιημένες επικοινωνίες, που υποβάλλονται σε αυτήν κατόπιν προηγούμενης σχετικής Απόφασης της.

Η Επιτροπή ασκεί την πιο πάνω δικαιοδοσία της εφαρμόζοντας τις διατάξεις του ΕΚΔ-Ε και τα προβλεπόμενα στον παρόντα Κανονισμό και την ύλη εργασίας της καθορίζει ο Γενικός Διευθυντής του ΣΕΕ.    

 

4. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕΙΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

Η Επιτροπή συνεδριάζει στα γραφεία του ΣΕΕ οσάκις προσκληθεί από τη γραμματεία του ΣΕΕ.

Συνεδριάσεις δεν πραγματοποιούνται από τις 24 Δεκεμβρίου έως και τις 2 Ιανουαρίου, από τη Μ. Πέμπτη μέχρι και την Τρίτη του Πάσχα και από τις 10 μέχρι και τις 25 Αυγούστου. 

Εντούτοις, εφόσον κριθεί αναγκαίο – κυρίως με κριτήριο την ασφάλεια και υγεία του καταναλωτή – από το Γενικό Διευθυντή και τον Πρόεδρο ή ένα μέλος του Δ.Σ., δύναται να πραγματοποιηθεί συνεδρίαση και κατά τα παραπάνω διαστήματα.   

 

5. ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΥΠΟΘΕΣΕΩΝ

Α. Όλες οι επικοινωνίες που αφορούν στη διαδικασία ενώπιον της Επιτροπής διεξάγονται γραπτώς.

Β. Δικαίωμα αιτήσεως ελέγχου έχει κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο με έννομο συμφέρον, υπό την προϋπόθεση ότι είναι σε θέση να στοιχειοθετήσει πιθανή παραβίαση των διατάξεων του ΕΚΔ-Ε. 

Εξαιρετικά και μόνο στο πλαίσιο του αυτεπάγγελτου ελέγχου, το ΣΕΕ δικαιούται να ζητήσει από τους διαφημιζόμενους τα αποδεικτικά στοιχεία που τεκμηριώνουν την ακρίβεια των ισχυρισμών, των δηλώσεων, των επώνυμων μαρτυριών κλπ. που εμφανίζονται στις διαφημίσεις τους, σε περίπτωση που θεωρηθεί ότι τίθεται θέμα προστασίας της υγείας και ασφάλειας των καταναλωτών. 

Γ. Η αίτηση ελέγχου αποστέλλεται μέσω διαδικτύου ή μέσω fax στο ΣΕΕ. Την ευθύνη για την απόδειξη παραλαβής φέρει ο αιτών τον έλεγχο. 

Δ. Το αίτημα για τον έλεγχο οποιασδήποτε επικοινωνίας διατυπώνεται εγγράφως, μέσω της ειδικής φόρμας αίτησης ελέγχου, η οποία είναι διαθέσιμη σε κάθε ενδιαφερόμενο είτε μέσω της γραμματείας ή μέσω της ιστοσελίδας του ΣΕΕ. 

Η αίτηση ελέγχου υπογράφεται, σε περίπτωση νομικού προσώπου, από το νόμιμο εκπρόσωπο αυτού ή ειδικά εξουσιοδοτημένο εκπρόσωπο και σε διαφορετική περίπτωση από καταναλωτή ή εκπρόσωπο καταναλωτικού φορέα.

Ειδικότερα στην αίτηση ελέγχου πρέπει να αναφέρονται:

Ι. τα στοιχεία του αιτούντος τον έλεγχο (επωνυμία / ονοματεπώνυμο, διεύθυνση, τηλέφωνο επικοινωνίας και ηλεκτρονική διεύθυνση ή fax),

ΙΙ. τα στοιχεία του ελεγχόμενου (επωνυμία διαφημιζόμενης εταιρείας / διαφημιστικής εταιρείας και στοιχεία επικοινωνίας),

ΙΙΙ. το κείμενο ή αναλυτική και συγκεκριμένη περιγραφή της υπό κρίση επικοινωνίας,

IV. το μέσο και ο χρόνος μετάδοσης / δημοσίευσης της υπό κρίση επικοινωνίας,

V. τα σημεία της επικοινωνίας που κατά την κρίση του αιτούντος αντίκεινται στον ΕΚΔ-Ε,

VI. τα συγκεκριμένα άρθρα του ΕΚΔ-Ε που κατά την κρίση του αιτούντος παραβιάζονται,  

VII. οι λόγοι για τους οποίους κατά την άποψη του αιτούντος παραβιάζονται οι διατάξεις του ΕΚΔ-Ε.

Ε. Τα παραπάνω στοιχεία είναι απαραίτητα για τη διαχείριση της αίτησης ελέγχου και εφόσον κριθεί αναγκαίο ενημερώνεται ο αιτών τον έλεγχο για τη συμπλήρωση τυχόν ελλείψεων. 

Επίσης η Επιτροπή έχει τη δυνατότητα – εφόσον κρίνει σκόπιμο – να ζητήσει συμπληρωματικά στοιχεία πριν από την εξέταση της υπόθεσης. 

Στ. Κατ’ εξαίρεση γίνεται δεκτή αίτηση ελέγχου από ιδιώτες καταναλωτές έστω κι αν δεν περιέχει τα ως άνω υπ’ αριθ. ΙΙ και VI στοιχεία ή/και αν δεν έχει γίνει χρήση της ειδικής φόρμας.

Επίσης, τα στοιχεία του ιδιώτη καταναλωτή βρίσκονται μεν στη διάθεση του ΣΕΕ, ωστόσο δεν κοινοποιούνται σε κανέναν τρίτο – της εγκαλούμενης πλευράς συμπεριλαμβανομένης – εφόσον αυτό ζητηθεί από τον καταναλωτή. 

 

6. ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΑΙΤΗΣΕΩΝ ΕΛΕΓΧΟΥ

Α. Με τη λήψη της αίτησης ελέγχου η γραμματεία του ΣΕΕ καταρχάς εξετάζει εάν πληρούνται όλες οι τυπικές προϋποθέσεις εισαγωγής της και δίνει αριθμό πρωτοκόλλου και ημερομηνία παραλαβής.

Στη συνέχεια εντός 24ώρου κοινοποιεί την αίτηση ελέγχου στην εγκαλούμενη πλευρά και ορίζει την ημερομηνία συζήτησης, για την οποία ενημερώνονται ταυτόχρονα και οι δύο πλευρές. 

Ακολούθως αρχίζει η διαδικασία συγκρότησης της Επιτροπής, η σύνθεση της οποίας κοινοποιείται και στις δύο πλευρές μόλις οριστικοποιηθεί. 

Τα μέλη της Επιτροπής που αποδέχονται την πρόσκληση λαμβάνουν γνώση της αίτησης ελέγχου πριν από την ημέρα της συνεδρίασης.

Β. Αίτημα αναβολής της ημερομηνίας συζήτησης υποβάλλεται εντός 24ώρου από την κοινοποίηση της ορισθείσας ημερομηνίας συνεδρίασης.

Σε κάθε περίπτωση η συζήτηση πρέπει να πραγματοποιηθεί το αργότερο εντός 5 ημερών από την επόμενη της κοινοποίησης της αίτησης ελέγχου στον εγκαλούμενο. 

Εάν ο εγκαλούμενος ζητήσει αναβολή πέραν της παραπάνω προθεσμίας για οποιονδήποτε λόγο, τότε η υπό έλεγχο επικοινωνία πρέπει να διακοπεί μετά την 5η ημέρα, από την επόμενη της κοινοποίησης σ’ αυτόν της αίτησης ελέγχου και μέχρι τη γνωστοποίηση της Απόφασης της Επιτροπής.

Η υπό έλεγχο επικοινωνία δεν διακόπτεται εάν την αναβολή ζητήσει για οποιονδήποτε λόγο ο εγκαλών. 

Γ. Εάν ο ελεγχόμενος με τη λήψη της αίτησης ελέγχου δηλώσει ότι αναστέλλει την υπό έλεγχο επικοινωνία η εξέταση της από την Επιτροπή μπορεί ν’ αναβληθεί χωρίς προθεσμία και να ορισθεί εκ νέου σε συνεννόηση με τους εμπλεκόμενους.

Η δήλωση αυτή δεσμεύει τον εγκαλούμενο να μην προβεί σε εκ νέου προβολή της υπό κρίση επικοινωνίας, προτού αυτή εξετασθεί από την Επιτροπή και μέχρι την κοινοποίηση της Απόφασής της και αποτελεί υποχρέωση του να ενημερώσει σχετικώς το ΣΕΕ, ώστε να προγραμματισθεί εγκαίρως η συνεδρίαση της Επιτροπής.

Δ. Σε περίπτωση γραπτής ανάκλησης της αίτησης ελέγχου από τον αιτούντα τον έλεγχο, η διαδικασία ελέγχου διακόπτεται.

Σε περίπτωση έγγραφης δήλωσης εκ μέρους του ελεγχόμενου περί εκούσιας, άμεσης, οριστικής και χωρίς όρους διακοπής της υπό κρίση επικοινωνίας, η διαδικασία ελέγχου διακόπτεται.

Εάν ο εγκαλούμενος δηλώσει την άμεση τροποποίηση της υπό έλεγχο επικοινωνίας σύμφωνα με όλα τα ζητούμενα της αίτησης ελέγχου, η διαδικασία ελέγχου διακόπτεται. 

Επισημαίνεται ότι εάν τίθεται υπό αμφισβήτηση συγκεκριμένος ισχυρισμός της επικοινωνίας, η δήλωση αναστολής / διακοπής / τροποποίησης θα πρέπει να αφορά ειδικά και συγκεκριμένα στον ισχυρισμό αυτό και σε όποιο μέσο και αν αυτός εμφανίζεται.

Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις μπορεί να αποφασισθεί η συνέχιση της διαδικασίας εάν από την εν γένει συμπεριφορά του ελεγχόμενου, ο Πρόεδρος και δύο μέλη του Δ.Σ. κρίνουν ότι προκύπτει επαναλαμβανόμενη παρελκυστική τακτική.

Εάν μετά την παραπάνω δήλωση αναστολής / διακοπής / τροποποίησης εμφανιστεί επικοινωνία που εξακολουθεί να περιλαμβάνει – κατά την κρίση του αρχικώς αιτούντα – τα ίδια ζητήματα με την αρχική επικοινωνία, θα πρέπει να υποβληθεί εκ νέου αίτηση ελέγχου, η οποία όμως θα εξετασθεί το συντομότερο δυνατόν και χωρίς δικαίωμα αναβολής. 

Ε. Εξαιρετικώς και σε περίπτωση που η αίτηση ελέγχου αναφέρεται τεκμηριωμένα σε κινδύνους για την ασφάλεια και την υγεία του καταναλωτή, κραυγαλέα προσβολή του δημοσίου αισθήματος ή διακύβευση του κύρους της διαφήμισης και εφόσον κριθεί αναγκαίο από το Γενικό Διευθυντή και τον Πρόεδρο ή ένα μέλος του Δ.Σ., η γραμματεία του ΣΕΕ ορίζει συνεδρίαση επειγόντως, χωρίς δικαίωμα αναβολής.

 

7. ΟΡΟΙ ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕΩΝ

Α. Δικαίωμα παράστασης ενώπιον της Επιτροπής έχει η εγκαλούσα και η εγκαλούμενη πλευρά εκπροσωπούμενη η κάθε μία από τέσσερα το πολύ πρόσωπα, στα οποία συμπεριλαμβάνονται τυχόν σύμβουλοι.

Οι συμμετοχές θα πρέπει να δηλώνονται εγγράφως προς το ΣΕΕ το αργότερο μία ημέρα πριν τη συνεδρίαση της Επιτροπής και στη συνέχεια κοινοποιούνται στους εμπλεκόμενους.

Εάν ο αιτών τον έλεγχο είναι ο Γενικός Διευθυντής του ΣΕΕ, στο πλαίσιο της άσκησης αυτεπαγγέλτου ελέγχου, αυτός παρίσταται αυτοπροσώπως.

Β. Στην περίπτωση που τα εμπλεκόμενα μέρη δεν παρίστανται στη συνεδρίαση, οι απόψεις και τα επιχειρήματα τους καθώς και τα σχετικά με την υπόθεση στοιχεία κατατίθενται σε γραπτό υπόμνημα το αργότερο μέχρι την ημέρα συζήτησης της υπόθεσης. Την ευθύνη για την απόδειξη της εμπρόθεσμης παραλαβής των παραπάνω στοιχείων φέρει ο καταθέτων τα στοιχεία αυτά.

Σε περίπτωση μη παράστασης (φυσικής παρουσίας ή δια υπομνήματος) της εγκαλούμενης πλευράς στη συνεδρίαση της Επιτροπής, η διαδικασία συνεχίζεται κανονικά και η Απόφαση λαμβάνεται ερήμην της πλευράς αυτής, βάσει των δεδομένων που έχει στη διάθεση της η Επιτροπή. 

Γ. Κατά τη διάρκεια της συζήτησης της αίτησης ελέγχου οι εκπρόσωποι των εμπλεκόμενων πλευρών εκθέτουν τις απόψεις και τα επιχειρήματα τους, καταθέτουν τα σχετικά με την υπόθεση στοιχεία και απαντούν σε ερωτήσεις των μελών της Επιτροπής. 

Δ. Κάθε μέρος έχει στη διάθεσή του για την ανάπτυξη των ισχυρισμών του για μεν την πρωτολογία 20΄ λεπτά, για δε την δευτερολογία, 10΄ λεπτά ενώ υπέρβαση του παραπάνω χρονικού περιορισμού μπορεί να γίνει κατά την κρίση της Επιτροπής.  

Ε. Όλα τα απαραίτητα στοιχεία για την τεκμηρίωση της θέσης της κάθε πλευράς πρέπει να κατατίθενται στην πρωτολογία κάθε μέρους. Τα αντίγραφα των στοιχείων πρέπει να μοιράζονται στα μέλη της Επιτροπής και στην «αντίδικη» πλευρά με την έναρξη της πρωτολογίας, ώστε να είναι δυνατή η παρακολούθηση τους κατά τη διάρκεια της παρουσίασης τους. 

Επισημαίνεται ότι με βάση τις αρχές της αυτοδέσμευσης, η εγκαλούμενη πλευρά φέρει το βάρος της απόδειξης των ισχυρισμών που διατυπώνει στην επικοινωνία της και θα πρέπει όλα τα σχετικά με την τεκμηρίωση των υπό έλεγχο ισχυρισμών στοιχεία να εμφανίζονται στο στάδιο της πρωτολογίας. Εξαιρετικά και μόνο στις περιπτώσεις που στο στάδιο της πρωτολογίας της εγκαλούμενης πλευράς εμφανιστούν στοιχεία για την αντίκρουση των οποίων χρειάζεται να τοποθετηθεί με κατάθεση κάποιου στοιχείου η εγκαλούσα κατά τη δευτερολογία της, αυτό μπορεί να γίνει δεκτό, εφόσον – κατά την κρίση της Επιτροπής – κριθεί ότι το στοιχείο αυτό δεν μπορούσε να έχει προβλεφθεί στην πρωτολογία και εφόσον αξιολογηθεί ως ουσιώδες για τη λήψη της Απόφασης της. 

Σε κάθε περίπτωση κανένα στοιχείο δεν μπορεί να γίνει δεκτό μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας συζήτησης. 

Στ. Στοιχεία τα οποία προσκομίζονται στην Επιτροπή περιέρχονται στη γνώση των εμπλεκομένων μερών και δεν υφίσταται θέμα απορρήτου επί αυτών.

Ζ. Μετά τη λήξη της συζήτησης της κρινόμενης υπόθεσης τα εμπλεκόμενα μέρη αποχωρούν και η Επιτροπή συσκέπτεται προκειμένου να λάβει Απόφαση. Τα μέλη της Επιτροπής καταθέτουν τις απόψεις τους και αποφασίζουν με φανερή ψηφοφορία κατά πλειοψηφία. Σε περίπτωση ισοψηφίας υπερισχύει η ψήφος του Προέδρου. 

Η φάση αυτή της διαδικασίας είναι απολύτως εμπιστευτική και τα μέλη της Επιτροπής δεσμεύονται να μη μεταφέρουν σε τρίτους πληροφορίες από τις συνεδριάσεις και ιδιαίτερα τις απόψεις που ανταλλάσσονται κατά τη διαβούλευση.

 

8. ΕΙΔΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ

Α. Ο Γενικός Διευθυντής του ΣΕΕ με τον Πρόεδρο της Επιτροπής έχουν τη δυνατότητα να χαρακτηρίσουν αιτήσεις ελέγχου με ταυτόσημο αντικείμενο ως συναφείς οπότε και συνεκδικάζονται.

Β. Σε περίπτωση που η κρινόμενη επικοινωνία βασίζεται σε ειδικά τεχνολογικά / επιστημονικά κλπ χαρακτηριστικά του προϊόντος και επειδή η Επιτροπή δεν έχει σχετικά τεχνικά μέσα έρευνας και ελέγχου, η κάθε πλευρά (είτε εγκαλούσα, είτε εγκαλούμενη) που διατυπώνει ένα επιχείρημα ενώπιον της Επιτροπής οφείλει να αποδεικνύει την ορθότητα του επιχειρήματος της. Επιπλέον, στις περιπτώσεις αυτές η Επιτροπή έχει τη δυνατότητα να ζητήσει τη συνδρομή ανεξάρτητου συμβούλου, ο οποίος θα παρίσταται στη συνεδρίαση, εάν χρειαστεί θα εκφράζει την άποψη του κατά τη διαβούλευση, αλλά δεν θα συμμετέχει στην ψηφοφορία. 

Γ. Αν δεν είναι δυνατός ο σχηματισμός ασφαλούς γνώμης από τα στοιχεία που προσκομίσθηκαν στη συνεδρίαση, η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει πρόσθετα στοιχεία από τα εμπλεκόμενα μέρη ή/και από ειδικευμένο, τρίτο και ανεξάρτητο φορέα ή οργανισμό ή μεμονωμένους εμπειρογνώμονες.

Η δαπάνη και η ευθύνη για την προσκόμιση των στοιχείων αυτών μπορεί να βαρύνει το/τα εμπλεκόμενα μέρη, σύμφωνα με τη σχετική απόφαση της Επιτροπής. 

Δ. Στην περίπτωση της παραγράφου (Γ) η Επιτροπή – συνεκτιμώντας τις ειδικές περιστάσεις – αποφασίζει ταυτόχρονα και για τη διακοπή ή συνέχιση της υπό κρίση επικοινωνίας, έως τη λήψη οριστικής απόφασης.

Αν δεν προσκομισθούν τα ζητηθέντα στοιχεία έως τη λήξη της προθεσμίας που δόθηκε, η Επιτροπή αποφασίζει περί της κρινόμενης επικοινωνίας με βάση τα υπάρχοντα στοιχεία.

Ε. Στην περίπτωση της παραγράφου (Γ) δικαίωμα προσφυγής στη Δευτεροβάθμια Επιτροπή μπορεί να ασκηθεί μετά την κοινοποίηση της οριστικής απόφασης της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής, οπότε και αρχίζει ο υπολογισμός της προβλεπόμενης προθεσμίας (15 εργάσιμες ημέρες).

Στ. Η Επιτροπή έχει τη δυνατότητα εφ’ όσον κατά την εξέταση της υπόθεσης προκύψουν κατά την κρίση της και άλλες παραβάσεις του ΕΚΔ-Ε, πέραν των αναφερομένων στην αίτηση ελέγχου, και κυρίως βλαπτικών των συμφερόντων του καταναλωτή, να τις συμπεριλάβει στην απόφαση της. 

Ζ. Σε περίπτωση που η Επιτροπή στην απόφαση της ζητήσει την τροποποίηση της επικοινωνίας, θα μπορεί να ορίζει στην ίδια απόφαση ότι η νέα εκδοχή της επικοινωνίας με τις σχετικές τροποποιήσεις θα υποβληθεί πριν τη δημοσίευση / μετάδοση της στην Επιτροπή, ώστε η τελευταία να κρίνει εάν το εμπλεκόμενο μέρος έχει συμμορφωθεί. Η περί συμμόρφωσης απόφαση μπορεί να λαμβάνεται και δια περιφοράς και εντός συγκεκριμένου χρονικού πλαισίου, που θα καθορίζεται από την Επιτροπή στην αρχική της απόφαση. Εάν η Επιτροπή αποδεχθεί την τροποποιηθείσα επικοινωνία αλλά ο αρχικά αιτών εξακολουθεί να την αμφισβητεί, τότε υποβάλλεται αίτηση επανελέγχου στη Δευτεροβάθμια Επιτροπή κατά της απόφασης που εγκρίνει την τροποποίηση. Ειδικά και μόνο σε αυτήν την περίπτωση, η προθεσμία για την προσφυγή υπολογίζεται από την ημερομηνία 1ης προβολής της συγκεκριμένης επικοινωνίας. 

Η. Σε περίπτωση που εμφανίζεται – μετά από σχετική περί τροποποίησης απόφαση της Επιτροπής – τροποποιημένη επικοινωνία η οποία αμφισβητείται εκ νέου, από τον αρχικά αιτούντα τον έλεγχο ή/και από άλλον, υποβάλλεται νέα αίτηση ελέγχου η οποία εξετάζεται από την ίδια (κατά πλειοψηφία τουλάχιστον) Επιτροπή που είχε κρίνει την αρχική επικοινωνία, με την κανονική διαδικασία ή δια περιφοράς κατά την κρίση του Προέδρου. 

Στη δια περιφοράς διαδικασία ο ελεγχόμενος – εφόσον επιθυμεί να απαντήσει στην αίτηση ελέγχου – έχει δικαίωμα να υποβάλλει γραπτό υπόμνημα με τις απόψεις του προς την Επιτροπή (το οποίο γνωστοποιείται για ενημέρωση και στον αιτούντα) εντός το πολύ 2 ημερών από την κοινοποίηση της αίτησης ελέγχου. Η απόφαση της Επιτροπής κοινοποιείται εντός 3 το πολύ ημερών, μετά τη λήξη της προθεσμίας υποβολής του υπομνήματος.  

Εάν σε αυτή την αίτηση ελέγχου της τροποποιημένης επικοινωνίας δικαιωθεί και πάλι ο αιτών τον έλεγχο, το τέλος αιτήσεως ελέγχου του επιστρέφεται.  

Ι. Διαχείριση κρίσης. Σε περίπτωση που σε διάστημα 60 ημερών (υπολογιζόμενων ημερολογιακά) έχουν εκδοθεί τουλάχιστον 5 αποφάσεις που ζητούν τροποποιήσεις για επικοινωνίες που αφορούν στον ίδιο κλάδο της αγοράς, τότε η συζήτηση κάθε επόμενης αίτησης ελέγχου γίνεται εντός 48 ωρών από την επομένη της κοινοποίησης της στον εγκαλούμενο και η απόφαση της Επιτροπής κοινοποιείται εντός 24 ωρών από τη συνεδρίαση και είναι άμεσα εκτελεστή από την κοινοποίηση της, χωρίς περίοδο χάριτος. 

Αναβολή μπορεί να δοθεί μόνο σε περίπτωση διακοπής της υπό έλεγχο επικοινωνίας από την κοινοποίηση της αίτησης ελέγχου στον εγκαλούμενο μέχρι την έκδοση της σχετικής απόφασης της Επιτροπής. 

 

9. ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ

Α. Οι αποφάσεις της Επιτροπής καταγράφονται και κοινοποιούνται εντός το πολύ 3 ημερών στα εμπλεκόμενα μέρη. Παράλληλα το περιεχόμενο τους καταχωρίζεται στην ιστοσελίδα του ΣΕΕ, η οποία είναι ελεύθερα προσπελάσιμη μέσω του διαδικτύου σε κάθε ενδιαφερόμενο.

Επίσης, οι αποφάσεις κοινοποιούνται στο Σύνδεσμο Διαφημιζομένων Ελλάδος (ΣΔΕ), στην Ένωση Εταιρειών Διαφήμισης – Επικοινωνίας (ΕΔΕΕ), στο Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης (ΕΣΡ) και στη Γ.Γ.Καταναλωτή.

Β. Οι αποφάσεις πρέπει να απαντούν στα θέματα που θέτει η αίτηση ελέγχου, να είναι τεκμηριωμένες και να συνδέουν αιτιολογημένα τα σημεία της επικοινωνίας που κρίνονται ως προβληματικά με συγκεκριμένα άρθρα και διατάξεις του ΕΚΔ-Ε.

Επίσης, οι αποφάσεις ισχύουν και πρέπει να εφαρμόζονται σε όλα τα υλικά και σε κάθε μέσο στο οποίο εμφανίζεται η υπό κρίση επικοινωνία, ακόμα και εάν δεν αναφέρονται όλα (τα υλικά και τα μέσα) στην αίτηση ελέγχου. 

Γ. Οι αποφάσεις είναι άμεσα εκτελεστές από την ημερομηνία της κοινοποίησης τους, εκτός αν άλλως ορίζεται από την Επιτροπή, η οποία ανάλογα με τα αντικειμενικώς αποδεκτά συντομότερα δυνατά χρονικά περιθώρια του εκάστοτε μέσου μπορεί να αποφασίσει για τη μέγιστη δυνατή περίοδο χάριτος ως εξής:

- για την τηλεόραση και τα εβδομαδιαία έντυπα, 7 ημέρες

- για το ραδιόφωνο και τα ημερήσια έντυπα, 2 ημέρες

- για το διαδίκτυο, 5 ημέρες

- για τα μηνιαία έντυπα, 30 ημέρες 

- για τις υπαίθριες διαφημίσεις, έως τη λήξη της ισχύουσας σύμβασης ενοικίασης του χώρου, που δεν μπορεί να υπερβαίνει τις 15 ημέρες

- για τον κινηματογράφο,  η αντικατάσταση των διαφημιστικών σποτ θα πρέπει να γίνεται την πρώτη Πέμπτη μετά από την κοινοποίηση της απόφασης, εκτός εάν αυτή είναι σε 4 ή σε λιγότερες από 4 ημέρες. Στην περίπτωση αυτή η προθεσμία θα λήγει την αμέσως επόμενη Πέμπτη. 

Σε περιπτώσεις ενημερωτικών εντύπων, διαφημιστικού υλικού για εκδηλώσεις και οποιουδήποτε άλλου διαφημιστικού υλικού, έως την επόμενη παραγωγή τους και οπωσδήποτε όχι πλέον των 30 ημερών.

Σε περιπτώσεις συσκευασιών η Επιτροπή θα προσδιορίζει την περίοδο χάριτος, αφού λάβει υπόψη της και αξιολογήσει στοιχεία σχετικά με τα αντικειμενικώς αποδεκτά χρονικά περιθώρια δυνατότητας αλλαγής της εκάστοτε υπό κρίση συσκευασίας, 

Δ. Σε όλες τις περιπτώσεις μπορεί να απαιτηθεί η εντός 1 ημέρας απόσυρση οποιασδήποτε και κάθε μορφής επικοινωνίας, εάν η επικοινωνία κριθεί ως ιδιαίτερα επικίνδυνη για την υγεία ή την ασφάλεια των καταναλωτών ή ως παραβιάζουσα κατάφωρα τον ΕΚΔ-Ε και προκαλούσα εντόνως το δημόσιο αίσθημα, κατά την κρίση της Επιτροπής.

 

10. ΚΥΡΩΣΕΙΣ

Σε περίπτωση που κατά την κρίση του ΣΕΕ δεν εφαρμόζεται απόφαση της Επιτροπής ή σε περίπτωση που ακολουθείται παρελκυστική τακτική από τους εντελλόμενους σε διόρθωση ή παύση της εμπορικής επικοινωνίας, το ΣΕΕ αποστέλλει σχετικό έγγραφο προς τα έντυπα και ηλεκτρονικά μέσα ενημέρωσης καθώς και τα υπόλοιπα διαφημιστικά μέσα (κινηματογράφος, υπαίθρια κ.α.), ζητώντας την άμεση διακοπή της διαφήμισης. 

Επίσης, σε περίπτωση μη εφαρμογής απόφασης και εφόσον το ΣΕΕ έχει εξαντλήσει κάθε άλλο μέσο στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του, το Δ.Σ. δύναται να αποφασίσει τη δημοσιοποίηση του σχετικού θέματος στη διαφημιστική αγορά, προκειμένου να διαφυλάξει το κύρος και την αξιοπιστία του συστήματος αυτοδέσμευσης.

Επιπλέον, στην ίδια περίπτωση και για όσο διάστημα εντοπίζεται η μη εφαρμογή της απόφασης, το ΣΕΕ δεν κάνει δεκτή και δεν διαχειρίζεται οποιαδήποτε αίτηση ελέγχου ή/και επανελέγχου υποβληθεί από το συγκεκριμένο διαφημιζόμενο.

 

11. ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ

Α. Για την εξέταση αιτήσεως ελέγχου από την Επιτροπή καταβάλλεται το «τέλος αιτήσεως ελέγχου» από τον εγκαλούντα. Η καταβολή του τέλους αυτού πρέπει να γίνεται με την υποβολή της αίτησης ελέγχου και αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την έναρξη της διαδικασίας. 

Β. Το ισόποσο με το παραπάνω τέλος καταβάλλεται από τον εγκαλούμενο («τέλος εγκαλουμένου») το αργότερο 24 ώρες πριν τη συνεδρίαση της Επιτροπής,  ως δικαίωμα συμμετοχής του στη διαδικασία. Ως συμμετοχή στη διαδικασία νοείται και η δια υπομνήματος του εγκαλουμένου έκθεση των θέσεων του. Σε περίπτωση που η αίτηση ελέγχου απορριφθεί στο σύνολο της το τέλος εγκαλουμένου επιστρέφεται στο ακέραιο. Εάν μέχρι την ημέρα της συνεδρίασης δεν έχει καταβληθεί το τέλος εγκαλούμενου, η πλευρά αυτή δεν έχει δικαίωμα συμμετοχής στη συνεδρίαση, η οποία όμως θα πραγματοποιηθεί κανονικά.

Γ. Εάν για οποιονδήποτε λόγο δεν πραγματοποιηθεί η συζήτηση της αίτησης ελέγχου (απόσυρση αίτησης ελέγχου, αναστολή / διακοπή / τροποποίηση υπό κρίση επικοινωνίας κ.λπ.), το τέλος αιτήσεως ελέγχου που έχει καταβληθεί από τον εγκαλούντα παραμένει για τους σκοπούς του ΣΕΕ, ενώ το τέλος εγκαλουμένου δεν καταβάλλεται ή επιστρέφεται εάν έχει ήδη καταβληθεί. 

Ειδικά στην περίπτωση που η συζήτηση της αίτησης ελέγχου δεν πραγματοποιηθεί λόγω δήλωσης διακοπής / αναστολής / τροποποίησης της υπό κρίση επικοινωνίας εκ μέρους του εγκαλουμένου, εφόσον η δήλωση αυτή γίνει την ημέρα της συνεδρίασης της Επιτροπής ή την προηγούμενη, το τέλος εγκαλουμένου οφείλει να καταβληθεί ή παραμένει για τους σκοπούς του ΣΕΕ εάν έχει ήδη καταβληθεί.    

Δ. Οι παραπάνω όροι ισχύουν και στην περίπτωση της δια περιφοράς εξέτασης μίας υπόθεσης μετά από την υποβολή αίτησης ελέγχου. 

Ε. Δεν υποχρεούνται στην καταβολή τέλους αιτήσεως ελέγχου οι μεμονωμένοι καταναλωτές και οι συλλογικοί φορείς καταναλωτών.

Στ. Το ύψος του τέλους ορίζεται μέχρι την 31 Ιανουαρίου κάθε έτους με απόφαση του Δ.Σ. του ΣΕΕ.

 

12. ΠΡΟΕΛΕΓΧΟΣ

Α. Η αίτηση προελέγχου διατυπώνεται εγγράφως και υπογράφεται από το νόμιμο εκπρόσωπο του αιτούντος ή ειδικά εξουσιοδοτημένο εκπρόσωπο και πρέπει να συνοδεύεται από το προς έλεγχο διαφημιστικό υλικό στην πιο ολοκληρωμένη δυνατή μορφή.

Β. Η άποψη της Επιτροπής επί αιτήσεως προελέγχου έχει χαρακτήρα γνωμοδοτικό, δεν είναι δεσμευτική για τον αιτούντα, δεν αποκλείει την υποβολή αιτήσεως ελέγχου από τρίτο για τη συγκεκριμένη επικοινωνία και σε αυτή την περίπτωση δεν δεσμεύει τη σχετική κρίση των μελών της Επιτροπής, που θα κρίνει επί της αιτήσεως ελέγχου.

Γ. Η διαδικασία του προελέγχου είναι αυστηρά εμπιστευτική, τα στοιχεία που υποβάλλονται δεν κοινοποιούνται και η γνωμοδότηση της Επιτροπής δεν δημοσιεύεται. 

Δ. Η αίτηση προελέγχου εξετάζεται από την Πρωτοβάθμια Επιτροπή σε συνεδρίαση που πραγματοποιείται εντός 5 ημερών από την υποβολή της, ή δια περιφοράς κατά την κρίση του Γενικού Διευθυντή. 

Εφόσον κριθεί αναγκαία η παροχή διευκρινήσεων, ο αιτών προσκαλείται στη συνεδρίαση.

Ε. Για την εξέταση αιτήσεως προελέγχου καταβάλλεται από τον αιτούντα το τέλος αιτήσεως προελέγχου.

 

13. ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Α. Όλες οι προθεσμίες υπολογίζονται με βάση μόνο εργάσιμες ημέρες (εξαιρούνται Σάββατο & Κυριακή). 

Ο υπολογισμός των προθεσμιών ξεκινά από την επόμενη της κοινοποίησης από το ΣΕΕ των σχετικών εγγράφων (π.χ. αίτηση ελέγχου, απόφαση κλπ), με εξαίρεση τις προθεσμίες που αναφέρονται σε 24ωρη βάση, ο υπολογισμός των οποίων ξεκινά άμεσα. 

Β. Κάθε επικοινωνία χαρακτηρίζεται αυτοτελής και ανεξάρτητη από οποιαδήποτε άλλη που έχει αξιολογηθεί στο παρελθόν. Οι Επιτροπές μπορούν να ενημερώνονται για προηγούμενες Αποφάσεις με παρεμφερές αντικείμενο, αλλά δεν δεσμεύονται από αυτές, η δε κρίση τους δεν υπαγορεύεται από το δεδικασμένο προηγούμενων υποθέσεων. Το αυτό ισχύει και για υπό κρίση επικοινωνία που έχει χαρακτηρισθεί ως τροποποίηση άλλης, που έχει ήδη ελεγχθεί. 

Για τις ανάγκες του παρόντος Κανονισμού, ως τροποποιημένη ορίζεται μία διαφημιστική επικοινωνία που έχει αλλάξει με βάση προηγηθείσα απόφαση της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής  και εφόσον αμφισβητείται για τους ίδιους λόγους με την αρχική επικοινωνία και ως προς την ορθή εφαρμογή της απόφασης, η διαχείριση της ακολουθεί του όρους του άρθρου 8.Η.

Μία επικοινωνία που αμφισβητείται ενώ έχει αλλάξει χωρίς αυτό να έχει ζητηθεί από την προηγηθείσα απόφαση της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής, ή που αμφισβητείται για θέμα που δεν έχει αποτελέσει αντικείμενο του προηγούμενου ελέγχου, δεν θεωρείται τροποποιημένη και η διαχείριση της γίνεται ως νέα.

Σε περίπτωση διαφωνίας σχετικά με το εάν μία επικοινωνία - σύμφωνα με τον παραπάνω ορισμό - αποτελεί τροποποίηση ή νέα, η σχετική απόφαση λαμβάνεται από τον Πρόεδρο και 2 μέλη της Επιτροπής που είχαν κρίνει την αρχική επικοινωνία, προκειμένου να καθοριστεί ο τρόπος διαχείρισης της. 

Γ. Το ΣΕΕ δεν τηρεί αρχείο των προσκομισθέντων στοιχείων και αποτελεί ευθύνη των εμπλεκομένων να τα παραλάβουν – εφόσον το επιθυμούν - από τα γραφεία του ΣΕΕ εντός 2 ημερών από τη συνεδρίαση της Επιτροπής. 

Τονίζεται ότι σε περίπτωση προσφυγής στη Δευτεροβάθμια Επιτροπή τα στοιχεία πρέπει να προσκομισθούν εκ νέου από τους εμπλεκόμενους. 

Δ. Τυχόν έξοδα που προκύπτουν από την εφαρμογή της απόφασης σχετικά με τη διακοπή ή την τροποποίηση της επικοινωνίας βαρύνουν την εγκαλούμενη πλευρά.   

Ε. Σε επικοινωνιακά υλικά για τη χρήση των οποίων δεν μεσολαβεί διαφημιστικό μέσο (όπως συσκευασίες, εταιρικές ιστοσελίδες, υλικό καταστημάτων κλπ) η εφαρμογή των αποφάσεων εναπόκειται στη δέσμευση των εμπλεκομένων για την τήρηση των αρχών δεοντολογίας του ΕΚΔ-Ε. 

Στ. Εάν μετά την υποβολή αίτησης ελέγχου γίνει προσφυγή στα ελληνικά δικαστήρια, η διαδικασία ελέγχου της υπόθεσης συνεχίζεται κανονικά. Η διαδικασία διακόπτεται μόνον εφόσον ο αιτών τον έλεγχο έχει προσφύγει στη δικαιοσύνη για το ίδιο θέμα, πριν την υποβολή της αιτήσεως ελέγχου. 

Ζ. Αίτηση επανελέγχου στη Δευτεροβάθμια Επιτροπή γίνεται γραπτώς με αναφορά στην αρχική αίτηση ελέγχου και τη σχετική απόφαση της Επιτροπής, εντός 15 εργάσιμων ημερών από την κοινοποίηση της απόφασης στα εμπλεκόμενα μέρη.

Η υποβολή αιτήσεως επανελέγχου στη Δευτεροβάθμια Επιτροπή δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα στην εφαρμογή της απόφασης της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής. 

Η. Τα εμπλεκόμενα μέρη - με βάση τις αρχές της αυτοδέσμευσης - παραιτούνται, με την καθ’ οιονδήποτε τρόπο αποδοχή της συζήτησης της αίτησης ελέγχου από την Επιτροπή, αυτομάτως, οριστικώς και αμετακλήτως από τυχόν προσφυγή τους, για οποιονδήποτε λόγο, στην τακτική δικαιοσύνη εναντίον του ΣΕΕ ή/και του Γενικού Διευθυντή του, της διοίκησης της εταιρείας, των μελών της εταιρείας και των μελών των Επιτροπών, με αίτημα την αποκατάσταση ηθικής ή υλικής ζημίας, που υπέστησαν από τις αποφάσεις των ως άνω Επιτροπών ή του Γενικού Διευθυντή του ΣΕΕ.    

Ι. Αντικείμενο ελέγχου των Επιτροπών δεν αποτελούν οι διαφημιστικές επικοινωνίες των οποίων η προβολή έχει οριστικά διακοπεί. 

Κ. Με κάθε μία (1) αίτηση ελέγχου δεν μπορεί να ζητείται η αξιολόγηση δύο (2) ή και περισσότερων διαφημιστικών επικοινωνιών, ακόμα κι αν αυτές αφορούν στο ίδιο ακριβώς προϊόν, παρά μόνον υπό την προϋπόθεση ότι σε όλες τις επικοινωνίες (2 ή περισσότερες) προβάλλονται οι ίδιοι ισχυρισμοί που τίθενται σε αμφισβήτηση. 

Διαφορετικές επικοινωνίες που αφορούν σε διαφορετικά προϊόντα δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να εξετάζονται με μία αίτηση ελέγχου.    

Normal 0 false false false EL X-NONE X-NONE MicrosoftInternetExplorer4
Ελληνικός Κώδικας Διαφήμισης-Επικοινωνίας
Κανονισμός Α’βάθμιας Επιτροπής
Κανονισμός Β’βάθμιας Επιτροπής
Φόρμα αίτησης ελέγχου
Φόρμα αίτησης επανελέγχου
Τελευταίες Αποφάσεις
Δείτε περισσότερα